Η Σωματοδυσμορφική Διαταραχή χαρακτηρίζεται από ενασχόληση του πάσχοντος ατόμου με ένα ή περισσότερα ελαττώματα στη φυσική εμφάνιση (πχ. σημάδια, ρυτίδες, ουλές, μέγεθος ή σχήμα σημείων του προσώπου ή του σώματος, αραίωση τριχών ή τριχοφυΐα, ασυμμετρίες). Ως απάντηση στις ανησυχίες σχετικά με την εμφάνιση, αναπτύσσονται διαφόρων ειδών επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές (πχ. το άτομο κοιτάζεται διαρκώς στον καθρέφτη, μπορεί να χρησιμοποιεί έντονο φωτισμό ή μεγεθυντικό φακό για λεπτομερέστερη παρατήρηση, τοποθετεί συνέχεια μακιγιάζ για να καλύψει το υποτιθέμενο πρόβλημα, ζητά διαρκώς διαβεβαιώσεις για το κατά πόσο αυτό είναι ή δεν είναι εμφανές) ή νοερές πράξεις (πχ. το άτομο συγκρίνει διαρκώς στο μυαλό του την εμφάνισή του με εκείνη άλλων ανθρώπων). Οι κλινικές εκδηλώσεις συνοδεύονται από σημαντική δυσφορία ή/και έκπτωση της λειτουργικότητας σε ένα ή περισσότερα πεδία της καθημερινής ζωής. Η διαταραχή εμφανίζεται περίπου στο 2% των ανθρώπων και είναι ελαφρώς συχνότερη στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες. Μπορεί να παρουσιαστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, συνήθως ωστόσο εκδηλώνεται κατά την εφηβεία ή τη νεαρή ενήλικη ζωή.

Μελέτες έχουν δείξει ότι η Σωματοδυσμορφική Διαταραχή εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα με κληρονομικό ιστορικό ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, πιθανώς επομένως υπάρχει συσχέτιση των δύο διαταραχών και συμμετοχή παρόμοιων παθογενετικών μηχανισμών (πχ. δυσλειτουργία του σεροτονινεργικού συστήματος). Επιπλέον, ορισμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας όπως η τελειοθηρία και η εσωστρέφεια, φαίνεται ότι δρουν προδιαθεσικά, ενώ ψυχοπιεστικές καταστάσεις (πχ. απώλεια, απειλή, απόρριψη, αλλαγή, αποτυχία, σύγκρουση, ψυχοτραυματική εμπειρία) μπορεί να διαδραματίσουν εκλυτικό ρόλο. Τέλος τα κοινωνικά και πολιτισμικά πρότυπα περί καλαισθησίας είναι πιθανό να συμβάλλουν στην εκδήλωση της διαταραχής.